Skip to content

Εξάρχεια

Μαΐου 22, 2007

Εκείνο το απόγευμα της Τρίτης είχε κατέβει για δουλειές στο κέντρο της Αθήνας και ψάχνοντας για ένα βιβλίο που ήθελε για τη δουλειά της, κατέληξε στην οδό Στουρνάρη.  Γνώριμες μυρωδιές, γνώριμα μέρη.   Οι αναμνήσεις της, την γύρισαν 15 χρόνια πίσω.  Δεν μπόρεσε να αντισταθεί, άλλαξε κατεύθυνση και προχώρησε προς την πλατεία. 

Δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου για αυτά τα χρόνια, δεν ήταν ότι ήθελε να τα ξεχάσει, πως να τα ξεχνούσε; ήταν κομμάτι από τη ζωή της.  Όμως δεν είχε και κανέναν να μιλήσει, ποιος θα ήθελε να ακούσει εξάλλου.  Περίεργα χρόνια, χαμένα μέσα σε ξενύχτια, καταχρήσεις, αδιάφορες παρέες και μπερδεμένες σκέψεις. 

Διάφοροι τύποι βόλταραν στην πλατεία, όπως τότε.   Παλιά μαγαζιά είχαν κλείσει και στη θέση τους είχαν ανοίξει νέα.  Είχαν αλλάξει τόσα πράγματα και όμως όλα έμεναν ίδια κατά βάθος. Έβρισκες κάθε καρυδιάς καρύδι, διάφορους άστεγους περιθωριακούς τύπους, πρεζάκια, κακομαθημένα παιδιά καλών οικογενειών που είχαν φύγει από τα σπίτια τους από αντίδραση, μέλη διαφόρων πολιτικών ομάδων  και ασφαλίτες , όλοι αυτοί και άλλοι ακόμα, ήταν μέρος αυτής της μικρής και ιδιαίτερης κοινωνίας.  Φεύγοντας από την πλατεία ανέβηκε πιο πάνω πήγε προς το σπίτι… το σπίτι, αυτό το κρύο ρετιρέ, που οι τοίχοι του έσταζαν από την υγρασία, ήταν παγωμένο όπως παγωμένη ήταν και η καρδιά της.

Η καινούργια τέντα και τα λουλούδια μαρτυρούσαν ότι οι ενοικιαστές του το φρόντιζαν.  Ξαφνικά την κυρίευσε μια απίστευτη μελαγχολία, τι την είχε πιάσει εκείνο το απόγευμα και σκάλιζε παλιές πληγές;  Γιατί τα θυμόταν όλα αυτά;  Αφού οι αναμνήσεις δεν ήταν ευχάριστες.

Δεν το είχε παραδεχθεί ποτέ αλλά ήξερε πολύ καλά ότι τότε βρισκόταν στην απέναντι όχθη, όχι αυτή με τους φυσιολογικούς, αλλά αυτή με τα προβληματικά άτομα και το ποτάμι που βρισκόταν ανάμεσα στις δύο όχθες διαχώριζε τις δύο πλευρές και μεγάλωνε την απόσταση μεταξύ τους. 

Μια μέρα σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε γύρω της, κοίταξε και απέναντι και αυτό που είδε γύρω της δεν της άρεσε.  Μια δυσωδία πλημμύρισε τα ρουθούνια της και ταρακούνησε το μυαλό της.  Ήταν η δυσωδία της αποσύνθεσης.  Αηδίασε με τον εαυτό της, αηδίασε με τους γύρω της.  Βούτηξε στο ποτάμι, βρήκε τη δύναμη και κολύμπησε στην απέναντι όχθη και όταν έφτασε εκεί, ένα χέρι την τράβηξε και τη βοήθησε να βγει έξω.  «Θέλω να μείνω εδώ» είπε. Κάποιοι της χαμογέλασαν, κάποιοι την κοίταζαν με δυσπιστία, άλλοι της γύρισαν την πλάτη.  Δεν έδωσε μεγάλη σημασία, άξιζε και μόνο το ότι είχε φτάσει εκεί.  Ποτέ μα ποτέ από τότε, δεν είχε γυρίσει το κεφάλι να κοιτάξει πίσω.  Είχε ορκιστεί από τότε να κοιτάει μόνο μπροστά.

Είχε κατηφορίσει και γυρνούσε πίσω με βιαστικά βήματα, δεν ήταν ανάγκη να τα θυμάται όλα αυτά, η ώρα είχε περάσει και έπρεπε να προλάβει ανοικτά τα μαγαζιά.

5 Σχόλια leave one →
  1. franky permalink
    Μαΐου 22, 2007 3:41 μμ

    χμμμμ…ωραίο κείμενο!!!

  2. Μαΐου 22, 2007 4:25 μμ

    ευχαριστώ franky! 🙂

  3. Ιουνίου 20, 2007 2:53 μμ

    Κάποτε πήγε σε ένα in στέκι της πόλης. Πέρασε την πόρτα μετά από τον έλεγχο των «ξυρισμένων» μποντυμπιλντεράδων. Πλήρωσε όσα κονόμαγε σε δέκα μέρες σκλήρης 12ώρης δουλείας και που είπε σήμερα να θυσιάσει για να το παίξει «μούρη». Μπήκε μέσα στην αίθουσα και ένιωσε να λιποθυμάει από τον πολύ κόσμο και την απίστευτα δυνατή μουσική που της τρυπούσε το μυαλό. Γύρω της άνθρωποι που έκαναν πως διασκέδαζαν, που δεν επικοινωνούσαν ποτέ μεταξύ τους. Έψαξε μπας και «κρατηθεί» από τα μάτια κάποιου, να βρεί λίγη συντροφικότητα, λίγη αλήθεια. Της ήρθαν στο μυαλό αναμνήσεις τότε που έβγαινε με την παρέα για γκράφιτι τα βράδυα ή τα πάρτυ σε σπίτια και καταλήψεις. Και εκέινο το καλοκαίρι ελεύθερου camping που είχε περάσει απίστευτα δίπλα στην ακρογιαλία. Από τότε που μπήκε στο τρυπάκι όλα αυτά είχαν τελειώσει.

    Μια δυσωδία μπήκε στη μύτη της. Η δυσωδία του δήθεν, της υποκριτικής χαράς, των ψεύτικων κοινωνικών σχέσεων. Δεν πειράζει σκέφτηκε δούλεψα σκληρά για όλα αυτά. Τουλάχιστον τώρα έχω ένα μουράτο αυτοκίνητο και τη βολεύω με το σπίτι. Άξιζε.

  4. Ιουνίου 20, 2007 4:31 μμ

    @ inlovewithlife: όμορφο σχόλιο, περιγράφεις το άλλο άκρο και σίγουρα και σ’ αυτό το άκρο επικρατεί μια απίστευτη δυσωδία. Η ευτυχία βρίσκεται στην αλήθεια που λείπει και από τα δύο άκρα, χμ…. δηλαδή κάπου στη μέση. 🙂

  5. Ιουνίου 21, 2007 10:09 πμ

    Μπορεί φίλε. Και γω κάπου στη μέση είμαι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: