Skip to content

Ο Αϊ Βασίλης ήταν σκέτη λέρα

Δεκέμβριος 29, 2007

Τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια αναβόσβηναν στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου παίζοντας ένα ξεκούρδιστο χριστουγεννιάτικο τραγούδι, στο σπίτι δεν φαινόταν να υπάρχει κανείς αυτή τη στιγμή. Ο Βασίλης είχε κρυφτεί στο απέναντι παρκάκι και περίμενε σχεδόν δύο ώρες, είχε αρχίσει και πάγωνε και δεν ήξερε τι να κάνει για να ζεσταθεί.

Είχαν βάλει στο μάτι με ένα φίλο του το σπίτι αυτό εδώ και κάποιο διάστημα, βρισκόταν σε ακριβή γειτονιά, ήταν μεγάλο, πολύ προσεγμένο, οι ένοικοι κυκλοφορούσαν με ακριβά αυτοκίνητα και το σημαντικότερο … έλειπαν πολλές ώρες.

Σήμερα ήταν η σειρά του να το παρακολουθήσει. Έπρεπε να παρακολουθήσουν τις κινήσεις τους για να καταστρώσουν το σχέδιο δράσης. Θα χτυπούσαν νύχτα, μέσα στις γιορτές, ντυμένοι με Αγιοβασιλιάτικες στολές, αυτή ήταν η αρχική ιδέα. Θα πάρκαραν στην πίσω πόρτα το φορτηγάκι και θα φόρτωναν ό,τι μπορούσαν. Μετά θα γινόντουσαν καπνός.

Κατά βάθος αισθανόταν πολλές ενοχές, δεν είχε ξανακάνει κάτι τέτοιο, για βοήθεια πήγε στον Ηλία και αυτός με το μπούρου μπούρου τον κατάφερε. Του τα παρουσίασε όλα τόσο εύκολα και αθώα που τον έκανε να πιστέψει στο τέλος ότι είχε δίκιο. Εδώ που τα λέμε βέβαια είχε φτάσει σε απόγνωση, είχε απολυθεί εδώ και δύο μήνες (δεν είχε πει τίποτα στη μητέρα του για να μην την στεναχωρήσει), τα χρέη έτρεχαν και δεν είχε βρει ακόμα δουλειά και εκείνο το κατάστημα που σκεφτόταν να ανοίξει … ρε γαμώτο, το ήθελε τόσο πολύ! Τσιγάρα – εφημερίδες «η γωνιά», θα έβαζε και διάφορα ψιλικά και όλα θα ήταν μια χαρά, το άδειο μαγαζάκι της γειτονιάς ήταν λες και τον περίμενε να το νοικιάσει, ήταν απέναντι από τη στάση των λεωφορείων, πολύ κίνηση, σίγουρο μεροκάματο! Χωρίς λεφτά όμως δεν γίνεται τίποτα, γι’ αυτό παραμυθιάστηκε έτσι όπως του τα παρουσίασε ο Ηλίας, του είπε αυτά ακριβώς που ήθελε να ακούσει. Νύχτα θα χτυπούσαν, δεν θα τους έβλεπε κανείς, θα φόρτωναν, θα έφευγαν, θα πουλούσαν ό,τι θα έπαιρναν μαζί τους (είχε έτοιμους αγοραστές ο Ηλίας – ήταν μια μαφία αυτός!) όλα ήταν ασφαλισμένα (έτσι του είχε πει, οι πλούσιοι, τα ασφαλίζουν όλα!) , κανείς δεν θα πάθαινε τίποτα – ούτε γάτα ούτε ζημιά.

Ο Βασίλης κοίταξε το ρολόι του, σε μια ώρα ερχόταν ο Ηλίας για αλλάξουν βάρδια, έτριψε τα χέρια του για να τα ζεστάνει, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε εκείνη! … Τρία μεγάλα τζιπ σταμάτησαν μπροστά από το σπίτι, από το πρώτο κατέβηκε μια ψηλή λεπτή κοπέλα ντυμένη με στολή του σκι, χαμογελώντας χαιρέτησε τους υπόλοιπους «Γειααα…. θα τα πούμε αύριο!» ακούστηκε να λέει με γλυκιά απαλή φωνή και κατευθύνθηκε προς το σπίτι.

Ο Βασίλης την κοίταζε με ανοικτό το στόμα, δεν μπορούσε να πάρει τα ματιά του από πάνω της, ήταν λες και τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα, τα χέρια του και τα πόδια του είχαν αρχίσει και μούδιαζαν (και ήταν σίγουρος ότι δεν ήταν από το κρύο), ενώ η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. Την ερωτεύτηκε από την πρώτη στιγμή που την είδε…

Τις επόμενες μέρες δεν έλεγε να φύγει από το σπίτι, είχε αναλάβει όλες τις παρακολουθήσεις, ήξερε τι ώρα σηκωνόταν, τι ώρα έβγαινε με τις φίλες της για καφέ, για ψώνια, στο γυμναστήριο, στο κομμωτήριο, κάθε της κίνηση!

Το πρωί Παρασκευής, τέσσερις μέρες πριν την Πρωτοχρονιά, τους είδε όλους να φεύγουν και εκείνη μαζί, μάλλον για εξωτερικό, γιατί πήραν πολλές βαλίτσες μαζί τους. Αμέσως έτρεξε να το πει στον Ηλία, θα περίμεναν ακόμα μια μέρα να σιγουρευτούν και το βράδυ του Σαββάτου θα έμπαιναν στο σπίτι.

Φόρεσαν τις στολές τους, πήραν και ένα παλιό φορτηγάκι από ένα ξάδελφο του Ηλία και ξεκίνησαν. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα, όπως του τα είχαν σχεδιάσει. Μπήκαν στο σπίτι, χωρίς να τους πάρει κανείς είδηση, ευτυχώς γιατί ο Βασίλης κόντευε να λιποθυμήσει από την αγωνία του, πήραν τρεις τηλεοράσεις, βρήκαν κοσμήματα και χρήματα , πήραν και κάτι πίνακες από το σαλόνι (κάτι θα έπιαναν και αυτοί). Βέβαια πριν φύγουν ο Βασίλης δεν άντεξε, «περίμενε μια στιγμή έρχομαι» είπε στον Ηλία και ανέβηκε στο δωμάτιο της, ήθελε να το δει, μπήκε τρέμοντας και κοίταγε αχόρταγα το κρεβάτι, την ντουλάπα, τα κομοδίνα σαν να μην ήταν άψυχα αντικείμενα και είχαν μέσα τους ζωή. Στον καθρέπτη του μπάνιου έγραψε με μεγάλα γράμματα με ένα κραγιόν που βρήκε μπροστά του «Άγγελέ μου… συγνώμη, σ’ αγαπώ», φίλησε τον καθρέπτη και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες του ορόφου και βγήκε από την πίσω πόρτα όπως είχαν μπει.

Το φορτηγάκι και ο Ηλίας όμως δεν ήταν εκεί, είχαν γίνει καπνός, φώναξε μέσα στο σκοτάδι το όνομά του … τίποτα! το μόνο που ακουγόταν ήταν το ξεκούρδιστο χριστουγεννιάτικο τραγούδι από τα φωτάκια του πρώτου ορόφου. Πανικόβλητος έκανε το γύρω του τετραγώνου, μήπως ο Ηλίας τον περίμενε κάπου κρυμμένος για να μην κινήσουν τις υποψίες … τίποτα! Ξαφνικά από πίσω ακούστηκε δυνατά μια βαριά αντρική φωνή «Μην κουνηθείς, ακίνητος!» Ήταν ο φύλακας της γειτονιάς που τον σημάδευε με το περίστροφό του.

2 Σχόλια leave one →
  1. franky permalink
    Δεκέμβριος 31, 2007 7:12 μμ

    τελικά όταν έρχεται ο έρωτας μάλλον δεν είναι για καλό…φυλαχτείτε….

    πολύ το απόλαυσα το κείμενο…

  2. Ιανουαρίου 2, 2008 9:54 πμ

    ειδικά όταν είναι κεραυνοβόλος! 😛

    Ευχαριστώ franky!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: